Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

ΒΟΡΕΙΟ ΒΑΝΚΟΥΒΕΡ - ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΓΕΦΥΡΑ


Μπαίνουμε στο Seabus από το Waterfront Station στο Downtown και βάζουμε πλώρη για απέναντι.
Αφήνουμε πίσω τους ουρανοξύστες και το συνεδριακό κέντρο - καράβι που φαίνεται στα αριστερά. Το κρύο είναι τσουχτερό και ο ουρανός μουστρούφης. 


Με τον αέρα να μας σπρώχνει, κατευθυνόμαστε, από την αποβάθρα και τα καλοσωρίσματα, στη σκεπαστή αγορά Lonsdale Quay.
Ονειρεύομαι ένα ζεστό καφέ εκεί μέσα ... Με το όνειρο έμεινα όλη μέρα.


Στο ισόγειο βρίσκονται τα φρέσκα τρόφιμα και λαχανικά (καθώς και οι καφέδες), στον πρώτο όροφο, από όπου η πανοραμική θέα, τα μαγαζιά και παραπάνω το αίθριο. Σε μια πόλη με τόσο βαρύ χειμώνα όλα είναι σκεπαστά ή υπόγεια.


Φρουτοσαλατομπάρ με ένα σωρό φρούτα έτοιμα για κατανάλωση.
Αυτά θα έπρεπε να τρώνε ορισμένοι και όχι να έχουν το νου τους στους καφέδες.


Φιλέτα φρέσκων ψαριών του Ειρηνικού. Από την προθήκη στην ψηστιέρα.


Είχα κι αυτόν τον φουκαριάρη να μου σπαράζει την καρδιά όλη μέρα.
Μέχρι να φύγουμε πηγαινοερχόμουν να βλέπω αν τον αγόρασε κανείς.


Πήραμε το λεωφορείο της γραμμής για να πάμε εκεί που είχε προ-σχεδιάσει ο εκλεγμένος (με δημοκρατικές διαδικασίες) αρχηγός της εκδρομής.
Είναι η βδομάδα του Halloween και τα σπίτια είναι στολισμένα με κολοκύθες και φαντασματάκια. Η διαδρομή με το λεωφορείο είναι όμορφη. Περνάμε από γειτονιές με μονοκατοικίες και περιποιημένους κήπους.   


Η πρώτη στάση μας είναι για να πάρουμε το τελεφερίκ για το βουνό Grouse Mountain.
Το Βανκούβερ φημίζεται ως η πόλη που μπορείς την ίδια μέρα να κάνεις σκι, να κολυμπήσεις στον ωκεανό και να παίξεις γκολφ.
Οι υποδομές του βουνού είναι πολλές και για όλα τα γούστα. Ο καιρός όμως δεν ήταν σύμμαχος μας. Βαριά σύννεφα έκρυβαν την κορυφή του βουνού, το κρύο ήταν τσουχτερό και το εισιτήριο του τελεφερίκ ομοίως. Είπαμε να το αφήσουμε για την επόμενη φορά μια και η θέα της πόλης και του ωκεανού δε θα ήταν η αναμενόμενη.


Ξαναγυρίζουμε στη στάση του λεωφορείου για να συνεχίσουμε την εκδρομή.
Το τοπίο γύρω μας είναι καταπράσινο και πολύ περιποιημένο. Το ανθρώπινο χέρι έχει φροντίσει να είναι όλα καθαρά και σε αρμονία με το μάτι.
Εκείνο που στη χώρα μας βλέπω να γίνεται διεκπεραιωτικά, με εμφανή δυσανασχέτηση, γρήγορα και τσαπατσούλικα για να τελειώνει και να ακολουθήσει μια παρατεταμένη ξεκούραση, εδώ θεωρείται αυτονόητο να γίνει σωστά, με αληθινή και όχι αληθοφανή φροντίδα και, γιατί όχι, με αγάπη.
     

Το τελεφερίκ ξεπροβάλλει για να πάρει τους λίγους ταξιδιώτες για την κορυφή. Είναι κυρίως παπούδες και γιαγιάδες με εγγόνια προσχολικής ηλικίας που τα πάνε επάνω για να παίξουν. Επωφελούνται από τα μειωμένα εισιτήρια του κράτους για τους άνω των 65 και τις κάρτες για συχνές αναβάσεις στο χώρο αναψυχής του βουνού, που ισχύουν για τους κατοίκους της πόλης.
Όλα είναι σχεδιασμένα στην πόλη για να μπορεί ο καθένας να απολαμβάνει τη φύση εύκολα και γρήγορα. Το κράτος έχει κάνει, με τα μέσα που διαθέτει, τον κάθε κάτοικο αυτάρκη, έτσι ώστε να έχει εύκολη πρόσβαση σε όλα τα μέρη είτε είναι υγιής είτε άτομο με ειδικές ανάγκες.


Το τελεφερίκ συνεχίζει το ταξίδι του κι εμείς παίρνουμε το λεωφορείο για την κρεμαστή γέφυρα. Βιαζόμαστε λίγο γιατί η ώρα έχει περάσει και το σούρουπο καταφθάνει. Το κρύο χειροτερεύει και ο αρχηγός διατείνεται ότι η γέφυρα κλείνει όταν ο καιρός χαλάει. Τα δύο μέλη της παρέας σκύβουν πειθήνια το κεφάλι στον αρχηγό και ακολουθούν.


Βρισκόμαστε στην είσοδο και ακόμη δεν ξέρω περί τίνος πρόκειται.
Το ταξίδι αυτό ήταν ένα από τα λίγα που δεν είχα ιδίαν απόψη για την οργάνωση του. Τα άφησα όλα, εσκεμμένα, στον αρχηγό και αποφάσισα να μην κουράσω τον εγκέφαλο μου με λεπτομέρειες.
   

Η φθινοπωρινή διακόσμηση για το Halloween ξεκινάει από τα εκδοτήρια, την είσοδο και επεκτείνεται σε όλο το χώρο πριν από τη γέφυρα. Τα γελαστά κουκλάκια από χόρτο μου αρέσουν πολύ. Συμπαθώ αυτό το ξένο προς εμάς έθιμο. Θα επανέλθω με ανάρτηση για το halloween στο Βανκούβερ. 


Και ιδού για τι επρόκειτο! Μια κρεμαστή γέφυρα ενώνει τις δύο όχθες του ποταμού Capilano.
Η φωτογραφία αυτή ήταν και η μόνη που μπόρεσα να εξασφαλίσω με λίγο κόσμο. Χαμός! Όλοι πόζαραν και όλοι τραβούσαν! Φανταστείτε τι θα γίνεται το καλοκαίρι!
    

Στέκομαι στη μέση της γέφυρας η οποία ταλαντεύεται γενναία και φωτογραφίζω τον ορμητικό ποταμό και τον μικρό καταράκτη στα δεξιά του. Ο θόρυβος του νερού είναι δυνατός και γύρω η ατμόσφαιρα είναι υγρή με ένα στρώμα λεπτής ομίχλης.
Γύρω μου κινείται συνεχώς ο κόσμος αλλά λίγοι είναι εκείνοι οι οποίοι στέκονται και κατανοούν την ομορφιά του τοπίου. Διεκπεραιωτικά κινούνται και αυτοί, ίσως όχι μόνο τώρα, ίσως όλη τους τη ζωή.


Να τη η γέφυρα από μακριά, ανάμεσα στην ομίχλη που ανεβαίνει από την κοίτη και την περικυκλώνει. Αφού διασχίσαμε τη γέφυρα και βρεθήκαμε απέναντι, είδαμε ότι η βόλτα μόλις αρχίζει. Ένα ειδικά διαμορφωμένο κατηφορικό ξύλινο μονοπάτι ξεκινά  και φτάνει μέχρι κοντά στην κοίτη του ποταμού.


Ο αρχηγός στο βάθος στέκεται αναποφάσιστος για τη διαδρομή. Επωφελούμαι της στιγμιαίας απόσπασης της προσοχής του για να τραβήξω φωτογραφίες. Σε λίγο θα γυρίσει, θα με κατακεραυνώσει και θα γαβγίσει "προχώρα, θα νυχτώσει".  


Το μονοπάτι είναι στρωμένο με φθινοπωρινά φύλλα. Ο ήχος του νερού μας ακολουθεί παντού και όσο πλησιάζουμε στην κοίτη σκεπάζει τις ομιλίες μας.


Η βόλτα διαρκεί αρκετά και για το λόγο αυτό, από ένα σημείο και μετά υπάρχουν παγκάκια ξεκούρασης. Όλα βρίσκονται σε αρμονία με το τοπίο και είναι σαν καινούργια.


Σε πολλά σημεία της βόλτας μας σε αυτό το πανέμορφο δάσος βλέπουμε τη γέφυρα από άλλη οπτική γωνία.


Διάσπαρτες βρίσκουμε πινακίδες με επεξηγηματικά για την πανίδα του ποταμού και του δάσους. Περιορίζομαι να φωτογραφίζω διότι ούτε λόγος για στάση.  


Ξαφνικά ξεπροβάλλει το δεντρόσπιτο. Μπαίνουμε μέσα και φεύγοντας από την άλλη πλευρά βρισκόμαστε σε ένα δαίδαλο από μικρές κρεμαστές γέφυρες που ενώνουν τεράστια δέντρα.


Η μικρή γέφυρα καταλήγει στο δέντρο, με ένα μικρό πλάτωμα. Κι από κει ξεκινάει μια άλλη γέφυρα για ένα άλλο δέντρο.


Έχουμε προχωρήσει πολύ στο δάσος. Η βόλτα αυτή είναι απολαυστική και θέλω να μην τελειώσει ποτέ.
  

Ώρα για λίγο ρομαντισμό.


Πλησιάζουμε να φτάσουμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε τη βόλτα μας. Θα διασχίσουμε ξανά τη γέφυρα και θα βρεθούμε στο μέρος των σουβενίρ. Αμερική ή Καναδάς χωρίς μαγαζιά με σουβενίρ δε γίνεται. 


Οι ινδιάνοι μας κοιτούν σκεπτικά. Μέσα υπάρχουν εκατοντάδες πραγματάκια ικανά να αφαιμάξουν ακόμα και το πιο τσιγκούνικο πορτοφόλι.


Ξελαφρωμένοι από αρκετά δολάρια αλλά και γλυκιασμένοι από μερικά είδη σοκολάτας που έφτιαχναν σε ένα μικρό παρασκευαστήριο και τα δοκιμάσαμε, φεύγουμε για την έξοδο.


Στολισμένες κολοκύθες παντού, φυσικό ντεκόρ της εποχής.


Σε μια γωνία υπάρχουν και τα τοτέμ, εκθετικά ενθυμήματα ενός πολιτισμού για πάντα χαμένου. 


Κοντά μου τριγυρίζουν δύο υπάλληλοι του πάρκου που φυτεύουν λουλούδια και περιποιούνται το χώρο. Κάνουν τη δουλειά τους αθόρυβα και συζητούν χαμηλόφωνα.


Καθώς σουρουπώνει γρήγορα, ο πάγκος με τις κολοκύθες φωτίζεται.
Για ακόμα μια φορά σκέφτομαι ότι βρίσκομαι σε ένα μέρος που η ομορφιά του αναδεικνύεται πολλαπλάσια με τη φροντίδα και το μεράκι των ανθρώπων που εμπλέκονται. Ανθρώπων που δημιουργούν, διαφυλάττουν και διατηρούν.
Η ιστορία συνεχίζεται ... 

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

ΒΑΝΚΟΥΒΕΡ - ΘΕΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ


Όταν μου έδωσαν το χάρτη της πόλης στο αεροδρόμιο, έπαθα ένα είδος αγχώδους πανικού (νέα έκφραση αυτή). Δεν έδωσα όμως σημασία γιατί αυτό παθαίνω πάντα όταν πηγαίνω σε μια καινούργια πόλη. Ο χάρτης της και το άγνωστο αποτυπωμένο μπροστά μου με πανικοβάλλει.


Το επόμενο πρωί αποφάσισα να κάνω μια αναγνωριστική πτήση. Ήθελα να δω την πόλη από ψηλά και αναλόγως να πράξω τις επόμενες μέρες. Η θέα μιας πόλης από ψηλά είναι πάντα γοητευτική, ακόμα και εάν πρόκειται για μια πόλη γεμάτη ουρανοξύστες.
Τα μάτια μου διαπερνούν τους ουρανοξύστες και στέκονται μακρύτερα. Το Βόρειο Βανκούβερ απέναντι, η χιονισμένη βουνοκορφούλα και το φθινοπωρινό Stanley Park με προδιαθέτουν ευχάριστα, ομολογώ.


Καθώς ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, το τοπίο γίνεται πιο γοητευτικό.
Οι ουρανοξύστες μοιάζουν με παιχνίδια μιας μικρής πόλης και εύκολα φαντάζεται κάποιος ένα παιδικό χεράκι να προσθέτει στο τοπίο μικρά κίτρινα δέντρα.


Το καραβάκι - λεωφορείο φεύγει για το απέναντι Βανκούβερ κάθε δεκάλεπτο.
Η συνέχεια της πόλης σφύζει στην άλλη παραλία του Ειρηνικού.


Οι καταβολές μου με κάνουν να εστιάζω στο πάρκο. Ωραίο, μεγάλο και μέσα στην πόλη των ουρανοξυστών!
- Τι κάνεις το απόγευμα? Είσαι να πάμε στο πάρκο για ποδήλατο?


- Αχ, δε μπορώ το απόγευμα. Έχω να πάω στο συνεδριακό κέντρο που μιλάει ο Τζιτζιμιτζιχότζηρας για την αναπαραγωγή των φασιανών. Τι κρίμα! Αύριο?
- Αύριο, εντάξει. Σε ποιο συνεδριακό κέντρο μιλάει?
- Σ΄αυτό που βλέπεις. Ένα είναι και μεγάλο. Μοιάζει με καράβι. Αρχιτεκτονικό θαύμα!
Θα σου βγάλω κι άλλες φωτογραφίες να το δεις καλύτερα ...


Έχω κενό χρόνο. Χμ, θα πάω για καφέ σε κείνη τη στέγη αριστερά και κάτω, του κτιρίου με τα σωμόν χρώματα. Να σκεφτώ και τι θα φορέσω στο ραντεβού για την ποδηλατάδα στο πάρκο.


Αυτό το προπέτασμα ουρανοξυστών πολύ με χαλάει. Κι ο γερανός φάτσα κάρτα να υπενθυμίζει ότι η ανοικοδόμηση είναι ασταμάτητη...


Ωραία η θέα από ψηλά! Χορηγός της θέας το Harbour Centre ομού μετά της τσέπης μας ένεκα το αλμυρό εισιτήριο.
Το Harbour Centre φιγουράρει κι αυτό ανάμεσα στα ψηλότερα κτίρια του κόσμου. 
Ακόμα δεν έχω βρει τι θα φορέσω στο ραντεβού με την ύπαρξη. Τι άγχος! 

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

ΕΝΑ ΜΑΚΡΙΝΟ ΠΕΤΑΓΜΑ : BOWEN ISLAND


Βρισκόμαστε στον αχανή (για τα δεδομένα μας) Καναδά. Στην περιοχή της British Coloumbia, ένα όνειρο του παρόντος ιστολογίου. Βουνά, δάση, λίμνες, ποτάμια.... Αιώνιες επιθυμίες ....
Από το παραθαλάσσιο προάστειο της πόλης του Βανκούβερ, Horseshoe Bay ή Παπουτσάκι Αλόγου όπως το αποκαλούσαμε χαριτολογώντας ή Πέταλο, όπως σωστά είναι, πήραμε το ferry boat για το νησάκι που ξεπροβάλλει στο βάθος.
Πίσω του βλέπαμε τις χιονισμένες κορφές και μπροστά του την ήρεμη θάλασσα.
  

Κατάφυτο το Bowen Island, μικρό και χαριτωμένο. Τόπος απόδρασης και ξεκούρασης των κατοίκων της πόλης. Η ησυχία είναι εκκωφαντική!


Αν και είμαστε προς το τέλος του φθινοπώρου, η μέρα είναι ανοιξιάτικη. Ένας ήλιος λαμπρός εκπλήσσει ευχάριστα τους κατοίκους του νησιού. Αναρωτιούνται πώς. Εμείς τον φέραμε από την Ελλάδα, τους λέμε κι εκείνοι γελούν.
 

Χμ, κρατάω μια νοερή σημείωση να επισκεφθώ αργότερα το παρόν χαριτωμένο σπιτάκι για ένα καφέ.


Δεν κάναμε λάθος. Στο Bowen Island είμαστε.


Τα τοτέμ, εκθετικά απομεινάρια του εκδιωχθέντος πολιτισμού, τα συναντάμε σε πολλά μέρη του Βανκούβερ. Είτε ως διακοσμητικά αυλής, όπως εδώ, είτε ως στάμπες σε μπλουζάκια, είτε ως σκουλαρίκια κλπ. Λυπηρό αλλά, φαίνεται, τουριστικώς αναγκαίο. Μου έρχεται συνειρμικά στο μυαλό εκείνος ο φουκαράς Κομαντάτε στο Άμστερνταμ.  


Όπως σε πολλές προηγμένες χώρες στον κόσμο έτσι και εδώ υπάρχει ένα ολόκληρο σχέδιο ενημέρωσης και φροντίδας για τα πάντα. Στο δρόμο μας, στην πινακίδα που βλέπετε, το βέλος προειδοποιεί ανάλογα με την εποχή του χρόνου για τον κίνδυνο πυρκαγιάς.
Ψιλά γράμματα και υπερβολές?
Για εμάς όλα αυτά είναι ευνόητα?
Οι ξένοι είναι κουτοί και πρέπει να τους εξηγείς και την τελεία?
Τίποτε από τα παραπάνω?
Όλα τα παραπάνω? 



Σας έχω δείξει σε φωτογραφίες το σπίτι μου στο Notting Hill. Το έχετε εμπεδώσει, ξέρω.
Δείτε τώρα και το σπίτι μου στο Bowen Island στον Καναδά. Διάλεξα επίτηδες την ώρα που το λούζει σχεδόν κάθετα ο ήλιος του μεσημεριού για να το θαυμάσετε καλύτερα. Έχω και ιδιωτική προβλήτα. Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα? 



Αυτοί είναι οι γείτονες μου. Καλοί άνθρωποι.
Άμα χαλάσει η βάρκα τους τούς δίνω τη δική μου.


Το νησάκι έχει μια μικρή πλατεία με μαγαζάκια, στην οποία οδηγεί ο δρόμος από την αποβάθρα. Ο δρόμος αυτός γίνεται σύντομα μονοπάτι, χώνεται σε ένα δάσος, ανηφορίζει και καταλήγει στην πλατεία με θέα τη θάλασσα. Ειδυλλιακές καταστάσεις!


Ιδού μια ωραία πόρτα, συνδυασμός ξύλου και σίδερου.
Γνωστή επίσης η αδυναμία του ιστολογίου για τις πόρτες. 


Μελαγχολική η προετοιμασία για το χειμώνα. Άδεια η αυλή, μοναχικό το συντριβάνι, φθινοπωρινά φύλλα σκόρπια στις πλάκες. Όμως το φως του ήλιου διαχέεται ψηλά, ανάμεσα στα δέντρα προσπαθώντας να καθυστερήσει λίγο ακόμα το κρύο.


Το μικρό χαριτωμένο μαγαζί με τις αντίκες κλέβει την επόμενη μισή ώρα της βόλτας μας. Η ιδιοκτήτρια είναι μια ευγενέστατη κυρία η οποία μας αφήνει με εμπιστοσύνη να τριγυρίζουμε ανάμεσα στα έπιπλα και να πιάνουμε τα λογής πραματάκια άλλων εποχών.
Έβγαλα μία ρίζα δίπλα και γύρω από το γαλάζιο πορτατίφ. Μετά από άπειρες σκέψεις, σχέδια και αναιρέσεις αποφάσισα να μην το αγοράσω. Κυρίως γιατί έπρεπε να το κουβαλήσω από τα πέρατα του κόσμου στα χέρια και να το προσέχω οργώνοντας τα αεροδρόμια. Σνιφ!
Αλλά τουλάχιστον το έβγαλα μια φωτογραφία για να το θυμάμαι τι ωραίο που ήταν.
  

Στο λιμάνι του μικρού νησιού παρατηρώ τα πλωτά σπίτια που βρίσκονται εδώ κι εκεί. Αυτό της φωτογραφίας έχει και φυτεμένη σκεπή! (όχι, δεν είναι δικό μου αυτό).


Κι άλλο ένα πλωτό σπίτι, διόροφο για να έχει θέα.


Με τις γέφυρες και τα κόκκινα δέντρα τελειώνει η βόλτα μας. Τα χρώματα είναι εκτυφλωτικά, ο ήλιος καίει το πρόσωπο αλλά βγάζει και ένα δόντι κρύου.



Φαντάζομαι πως το νησάκι θα βουλιάζει τα καλοκαίρια. Η Σαλαμίνα αποτελεί έναν ωχρό, μακρινό ξάδερφο του!
Για μένα, θα διατηρήσει τη μαγεία του για πάντα επειδή το απόλαυσα ηλιόλουστο και ήσυχο από εισβολές.


Το ferry boat της επιστροφής είναι άδειο. Η τοπική μαρίδα βρήκε την ευκαιρία να ξεσαλώσει στις μοκέτες του πλοίου, κάτω από τη μύτη των γονιών που μιλάνε. Φωνές, γέλια και παιχνίδια ξεσηκώνουν τους υπόλοιπους λίγους ταξιδιώτες που παρακολουθούν χαμογελαστά.


Στο Παπουτσάκι του Αλόγου, λένε οι οδηγοί που διαβάζουμε, έχει τα καλύτερα fish and chips. Για να πω την αλήθεια ποτέ δεν κατάλαβα τι νοστιμιά βρίσκει ο κόσμος σε αυτό το πιάτο. Ίσως επειδή δεν έχω ζήσει στην Αγγλία και, άρα, δε με έκοψε ποτέ λόρδα για να φτάσω να φάω μαζί δύο αντίθετα πράματα όπως είναι οι τηγανητές πατάτες και το ψάρι.
  

Τι ανακαλύπτω όμως στην άλλη άκρη της γης? Παντού και πάντα υπάρχει ένα σουβλάκι που περιμένει τον γαστριμαργικά απελπισμένο έλληνα!


Μετά από απαίτηση της παρέας (νοεροί ψήφοι 2-1) και δεδομένου του πόσο καλοκάγαθο και υποχωρητικό πλασματάκι είμαι, αποφασίσαμε ομοφώνως να φάμε fish and chips.
Η είσοδος στο κατάστημα, με την ξύλινη επιτοίχια κατασκευή, προϊδέαζε για όμορφο περιβάλλον.

 

Πράγματι, δεν ήταν άσχημο σαν περιβάλλον. Θα το έλεγα καθημερινό. Οι μόνοι ξένοι ήμαστε εμείς.
Πολλοί πελάτες ήταν μόνιμοι και χαιρετιόντουσαν με το προσωπικό. Άλλοι, δήλωναν ότι θα έφευγαν με το επόμενο ferry και κάθονταν να φάνε στα γρήγορα.


Πάει και αυτή η παρθενία! Έφαγα Fish and chips παρότι το είχα αποφύγει επιμελώς για πολλά χρόνια! Και το χειρότερο : διάλεξα και την σπεσιαλιτέ των chips που είχαν γραμμένη στον κατάλογο (χωρίς να ξέρω τι ακριβώς ήταν) και μας έφεραν αυτά τα πορτοκαλιά που βλέπετε. Έτσι, αναγκαστήκαμε όλοι να φάμε μέχρι τέλους, chips κολοκύθας. (Η μαύρη σελίδα της εκδρομής). 
  

Φεύγοντας από το κατάστημα, με τη γεύση της τηγανητής κολοκύθας στον ουρανίσκο, παρηγορηθήκαμε με τις καρικατούρες του τοίχου.


Ο καιρός, με το που αφήσαμε το νησί πίσω μας, άρχισε να σκοτεινιάζει. Το Βανκούβερ φάνταζε απειλητικό στο βάθος. Η μαγεία έμεινε πίσω, με τις κολοκύθες.